- παροδίτης
- ό, θηλ. παροδῑτις, Ααυτός που περνά από τον δρόμο, ο διαβάτης, ο περαστικός.[ΕΤΥΜΟΛ. < πάροδος + επίθημα -ίτης / -ῖτις (πρβλ. συνοδ-ίτης)].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
παροδίτης — παροδί̱της , παροδίτης passer by masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παροδῖτα — παροδίτης passer by masc voc sg παροδίτης passer by masc nom sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παροδῖται — παροδίτης passer by masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παροδῖτιν — παροδίτης passer by fem acc sg παροδῖτις passer by fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παροδῖτις — παροδίτης passer by fem nom sg παροδῖτις passer by fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παροδῖθ' — παροδῖτα , παροδίτης passer by masc voc sg παροδῖτα , παροδίτης passer by masc nom sg (epic) παροδῖτι , παροδίτης passer by fem voc sg παροδῖται , παροδίτης passer by masc nom/voc pl παροδῖτι , παροδῖτις passer by fem voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παροδίτας — παροδί̱τᾱς , παροδίτης passer by masc acc pl παροδί̱τᾱς , παροδίτης passer by masc nom sg (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πάροδος — (I) η, ΝΜΑ 1. η αφηρημένη έννοια τού παρέρχομαι, η παρέλευση, το πέρασμα (α. «η πάροδος τού κινδύνου» β. «πάροδος τού χρόνου», Πορφ.) 2. στενή οδός, δίοδος, διάβαση, διέλευση, μονοπάτι (α. «υπάρχει πάροδος ανάμεσα στα δύο βουνά» β. «ἡγούμενοι διά … Dictionary of Greek
παροδώτας — ὁ, Α (δωρ. τ. τού παροδίτης*), διαβάτης, περαστικός … Dictionary of Greek
παροδιτῶν — παροδῑτῶν , παροδίτης passer by masc gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)